Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Το Πάσχα μέσα από τα παιδικά, αθώα μάτια

Κάθε γιορτή, μικρή ή μεγάλη, βρισκόμασταν στο Ηράκλειο. Ζούσαμε σε μια κωμόπολη, στον Άγιο Νικόλαο.
Όπως όλες τις μεγάλες γιορτές, έτσι και τις ημέρες του Πάσχα ετοιμαζόμασταν οικογενειακώς για το μεγάλο ταξίδι στον παππού, τη γιαγιά και τους λοιπούς συγγενείς.
Οι γονείς να φωνάζουν να μην πάρουμε πολλά πράγματα, ρούχα και παιχνίδια, και εγώ να τρέχω πάνω κάτω από την υπερβολική χαρά μου. Μου άρεσαν πάντα αυτές οι οικογενειακές συγκεντρώσεις. Πολλά ξαδέλφια μαζί, χαρούμενοι και γελαστοί οι μεγάλοι, ετοιμασίες, τεράστια οικογενειακά τραπέζια κλπ κλπ.

Όλα έτοιμα, και τότε με το παλιό Lada του μπαμπά, το γκρι, όλο από βαρύ σίδερο, ξεκινούσαμε για το ταξίδι μας.

Μου φαινόταν ότι δεν φτάναμε ποτέ μιας και ανυπομονούσα. Τα "καλά" ρούχα των γονιών μου ήταν κρεμασμένα στις πίσω χειρολαβές του αυτοκινήτου, και παρόλο που με εμπόδιζαν κάποιες φορές να κοιτάω έξω από το παράθυρο τα σημάδια που είχα βάλει στο δρόμο, και παρά τις κατσάδες να μην τα πιάνω γιατί θα τσαλακώνονταν, δεν με εμπόδιζαν να τα καταγράφω και έτσι μειώνονταν ο χρόνος αναμονής.
Και το μεγάλο σημάδι, το τελευταίο ήταν το αεροδρόμιο της πόλης. Μόλις αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα, για μένα ήμασταν ήδη κοντά στον παππού και τη γιαγιά.
Το κλασσικό πάρκινγκ ήταν ακριβώς έξω από το σπίτι τους, και πάντα μα πάντα, ο παππούς κρατούσε θέση για τον γαμπρό του, έτσι για να τον ευχαριστήσει!
Μόλις κατεβαίναμε από το αυτοκίνητο, έτρεχα να χτυπήσω το κουδούνι της γιαγιάς, εκείνο το παλιό με το στρογγυλό πλήκτρο που κάνει ντριν. Ή να βάλω το χέρι μου μέσα από το τζαμάκι της κεντρικής πόρτας όπου μου άρεσε πολύ γιατί άνοιγε και τρύπωνα το χέρι να πιάσω την παλιά κλειδαριά της πόρτας.

"Ήρθαμε, ήρθαμε" φώναζα λες και έφτασε ο Ιησούς από τα Ιεροσόλυμα.
"Καλώς τα", μας καλοδέχονταν πάντα η γιαγιά.

Εκεί ή θα βρίσκονταν και η θεία Μερόπη ή θα έρχονταν αργότερα. Είχε κάνει ταξίδια, είχε πάει Γερμανία, και για μένα ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο βήμα τότε εκείνο. Θα την έβρισκες καθιστή η ξαπλωμένη να διαβάζει το οτιδήποτε. Πάντα κρατούσε κάτι σε βιβλίο, εφημερίδα, περιοδικό.  Ο θείος Μήτσος, ο άντρας της,που πάντα έφερνε και το κατιτίς από τα μέρη του, την Ήπειρο. Σίγουρο ήταν το αρνί ή κατσίκι που πολύ τα αγαπούσε.

Μια φορά, θυμάμαι είχε φέρει και κάτι σαν αγριογούρουνο, κάτι τέτοιο. Το είχε δέσει στην πίσω αυλή της γιαγιάς, σε μια σιδερένια κολόνα. Και εγώ το αθώο, μικρό και παιχνιδιάρικο κορίτσι πήγα λέει να το πλησιάσω να παίξω. Έλα σου όμως που εκείνο κατέβασε το κεφάλι και σε δέκατα του δεπτερολέπτου με έκανε τέσσερις σβούρες γύρω από την κολόνα.!!
Ζαλισμένη και απόλυτα τρομαγμένη χωρίς καν να γυρίσω να κοιτάξω πίσω μου, σηκώθηκα, περπάτησα και έκλεισα απλά την πόρτα πίσω μου. Ακόμη ζαλίζομαι όταν το θυμάμαι!!!

Ο θείος ο Μήτσος λοιπόν, ήταν ο ειδικός στο να χτυπάει το αυγολέμονο για τη μαγειρίτσα! Με τα τεράστια μπράτσα του και με απίστευτη ταχύτητα, έκανε πάντα ένα τέλειο αυγολέμονο.
"Μήτσοοοοοο, έλα να χτυπήσεις τα αυγά", έλεγε η θεία Μαίρη.
Και εκείνος ήταν πάντα εκεί!!

Επίσης, χαρακτηριστικό ήταν εκείνες τις ημέρες που διαφωνούσαν για το κρέας. Ποιος θα το αγοράσει, από που και ποιο κομμάτι είναι το καλύτερο!
Θειάδες, μαμάδες, γιαγιάδες, οι άντρες λέγαν μια κουβέντα και φεύγαν, δεν άντεχαν τα πολλά πολλά.
Μετά από πολλές συζητήσεις γύρω από το στρογγυλό τραπέζι της γιαγιάς, οι γυναίκες της οικογένειας έπαιρναν τις αποφάσεις για τη μεγάλη βραδιά της Ανάστασης. Το φαγητό, ποιος θα μαγειρέψει τι, και σε ποιο σπίτι θα φάμε. Για να μην υπάρχουν παράπονα, πότε τρώγαμε στης γιαγιάς και στου παππού και πότε στης θείας.

Ο παππούς είχε ένα τσιγκέλι κρεμασμένο στο ταβάνι της κουζίνας και εκεί κρεμούσε το κρέας, να στάζει το αίμα, χάμω....και δεν ξέρω ακριβώς και για ποιο άλλο λόγο. Τώρα που το θυμάμαι, είναι κάπως ανατριχιαστικό, όμως το αποδεχόμουν ως τον τρόπο ζωής που μεγάλωσαν ο παππούς και η γιαγιά στο χωριό, τα Σίσαρχα Μυλοποτάμου. Άλλοι θυμούνται ότι ψήναμε και έξω στον δρόμο μπροστά στο σπίτι, τότε που δεν υπήρχαν και πολλά άλλα σπίτι τριγύρω. Σε σούβλα, λες και ήμασταν στο χωριό.
Και πριν το ψήσιμο του έβαζε πολύ, μα πολύ αλάτι, Έλεγε ότι ήταν το μυστικό. Και πάντα διαφωνούσε με τον γιο του το Λεωνίδα. Ο άλλος γιος, ο Μιχάλης, ήπιος και χαμηλών τόνων δεν μιλούσε. Απλά περνούσε από το σπίτι της μάνας του να δει αν όλα είναι εντάξει. Ερχόταν και ο Βασίλης, ο μεγάλος, ο δάσκαλος! Η γιαγιά τον είχε περί πολλού. Ήταν ο μεγάλος της που είχε γράψει και βιβλία για μικρούς και μεγάλους.

Οι γυναίκες, συνήθως η μαμά μου και η θεία Ζηνοβία, μαζεύονταν στο σπίτι της δεύτερης και έφτιαχναν τα καλιτσούνια, τα λυχναράκια. Ζύμες, αλεύρια, αυγά και μυζήθρες κρητικές επάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Και ανάμεσα στο παιχνίδι και τις συγκρίσεις για το ποιανού η λαμπάδα ήταν η καλύτερη, ερχόταν η τέλεια στιγμή να γίνει δοκιμή, τάχα μου, του γλυκού, από εμάς τα παιδιά αν και υπήρχε αυστηρή νηστεία. Πάντα δοκιμάζαμε! Είτε μυζήθρα, είτε το καλιτσουνάκι μας! Εξάλλου, αν τρώγαμε και λίγο, εμείς οι μικροί, ο Θεός δεν θα μας τιμωρούσε!

Πριν την Ανάσταση, φαγητά σε κατσαρόλες, σαλάτες και κρέας έφευγαν από το σπίτι που είχαν ψηθεί και πήγαιναν προς το σπίτι όπου θα τρώγαμε. Γυναίκες, η μια πίσω από την άλλη έλεγαν σε όποιον είχε μείνει πίσω, "Ψωμί δεν πήραμε, φέρτο κι αυτό", "Πάρε τα κόκκινα αυγά, μην τα ξεχάσεις", "Τις λαμπάδες πάρτε".
Και μετά, ερχόταν η ώρα να στρώσουμε τραπέζι, να ετοιμαστούμε να βάλουμε τα καλά μας και να πάμε στην εκκλησία. Εμείς, αρματωμένοι με τις λαμπάδες και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι με βαρελότα και στρακαστρούκες και όλα τα άλλα τα βεγγαλικά. Μου φαίνονταν ένας μικρός πόλεμος αλλά και ανείπωτη χαρά για την Ανάσταση (ανείπωτη χαρά που θα τρώγαμε κιόλας;!).
Γυρνούσαμε σπίτι, πεινασμένοι και ξελιγωμένοι και παίζαμε και τρώγαμε όσο αντέχαμε! Άκουγα πολλές χαρούμενες φωνές, τσούγκρισμα αυγών, ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει....ακόμη και οι μεγάλοι είχαν ένα αστείο ανταγωνισμό!

Η γιαγιά, κάθε φορά έκανε την δική της ιεροτελεστία. Μόλις επιστρέφαμε από την εκκλησία, πήγαινε σπίτι της και σχημάτιζε τον σταυρό στο πάνω μέρος της εισόδου. Έψελνε και προχωρούσε προς το εσωτερικό του σπιτιού. Πήγαινε και φώτιζε όλα τα δωμάτια, και έπειτα άφηνε το κερί αναμμένο σε ένα ποτήρι μέσα, στην κουζίνα. Και φώτιζε μέχρι και την άλλη ίσως και την παράλλη μέρα. Δεν θυμάμαι.


Και την επομένη, σχεδόν πάλι τα ίδια.
Οικογενειακή συγκέντρωση, και πάντα μα πάντα ο καιρός ηλιόλουστος και χαιρόμασταν, ξέγνοιαστα τις γιορτινές εκείνες μέρες!

Έτσι, επιστρέφαμε μετά από μέρες στο σπίτι μας!

 Γεμάτοι αναμνήσεις και όμορφες στιγμές και πάντα ο δρόμος της επιστροφής, όσα σημάδια και να είχα βάλει, ήταν πολύ πολύ σύντομος!


Καλή και χαρούμενη Ανάσταση σε όλους μας :)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια: